Από τις πασαρέλες μέχρι τα κτίρια των πόλεων, η αισθητική συναντά την οικολογική συνείδηση. Είναι όμως δυνατό να αλλάξουμε τον τρόπο που ορίζουμε το όμορφο χωρίς να χάσουμε όσα μας κάνουν να το αγαπάμε;
Υπάρχει μια στιγμή, σχεδόν ανεπαίσθητη, κατά την οποία η ομορφιά παύει να είναι αθώα. Συμβαίνει όταν στεκόμαστε μπροστά σε ένα φόρεμα που δεν θα φορεθεί ποτέ δεύτερη φορά, όταν θαυμάζουμε ένα κτίριο που υψώνεται πάνω σε ό,τι απέμεινε από ένα φυσικό τοπίο ή όταν αγοράζουμε ένα αντικείμενο που μας γοητεύει για λίγες ημέρες, προτού ξεχαστεί σε κάποιο συρτάρι. Τότε, πίσω από την επιφάνεια, εμφανίζεται μια ερώτηση που δεν είναι καθόλου αισθητική: πόσο κοστίζει τελικά αυτό που θεωρούμε όμορφο;
Δεν πρόκειται για το τίμημα στην ετικέτα ενός προϊόντος. Είναι το νερό που καταναλώθηκε για να παραχθεί, η ενέργεια που χρειάστηκε για να φτάσει στα χέρια μας, οι πρώτες ύλες που εξορύχθηκαν, το έδαφος που άλλαξε μορφή, τα απόβλητα που θα παραμείνουν όταν η γοητεία του θα έχει πια ξεθωριάσει. Η ομορφιά, όπως τη γνωρίσαμε μέσα από τη σύγχρονη καταναλωτική κουλτούρα, μοιάζει συχνά να έχει μια αόρατη προϋπόθεση: να μη βλέπουμε τι βρίσκεται πίσω της.
Κι όμως, η τέχνη υπήρξε ανέκαθεν ένας τρόπος να κοιτάζουμε τον κόσμο διαφορετικά. Ίσως, λοιπόν, μπορεί να μας βοηθήσει να επαναπροσδιορίσουμε όχι μόνο το τι θεωρούμε όμορφο, αλλά και το πώς επιλέγουμε να το δημιουργούμε.
Η γοητεία του καινούργιου και η σκιά του περιττού
Ζούμε αδιαμφισβήτητα σε μια εποχή που δεν μας προσφέρει απλώς προϊόντα, αλλά διαρκώς καινούργιες εκδοχές του εαυτού μας. Μια νέα συλλογή ρούχων, ένα διαφορετικό χρώμα στους τοίχους, ένα ακόμη αντικείμενο διακόσμησης υπόσχονται πως η καθημερινότητά μας μπορεί να γίνει λίγο πιο ενδιαφέρουσα, λίγο πιο κομψή, λίγο πιο κοντά στην εικόνα που έχουμε φανταστεί για τον εαυτό μας.
Η αισθητική έχει μετατραπεί σε μια αδιάκοπη ανανέωση. Αυτό που χθες ήταν σύγχρονο σήμερα θεωρείται ξεπερασμένο, ενώ το αντικείμενο που αποκτήσαμε για να εκφράσει την προσωπικότητά μας κινδυνεύει σύντομα να χάσει τη θέση του από ένα επόμενο, πιο επίκαιρο αντικείμενο.
Στη μόδα, η λογική αυτή γίνεται ιδιαίτερα ορατή. Η γρήγορη εναλλαγή των τάσεων και η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων φθηνών ενδυμάτων ενισχύουν ένα μοντέλο κατανάλωσης στο οποίο η διάρκεια ζωής ενός προϊόντος μπορεί να είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τους πόρους που απαιτήθηκαν για την παραγωγή του. Τα υφάσματα, οι βαφές, η κατανάλωση νερού, οι μεταφορές και η απόρριψη των ρούχων αποτελούν πλευρές μιας ιστορίας που σπάνια χωρούν σε μια καλοφωτισμένη βιτρίνα.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν βρίσκεται στην επιθυμία μας για ομορφιά. Βρίσκεται στην ταύτισή της με το διαρκώς καινούριο.
Ένα ένδυμα μπορεί να είναι όμορφο χωρίς να είναι καινούριο. Ένα έπιπλο μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη αξία όταν φέρει τα σημάδια του χρόνου. Ένα παλιό κτίριο μπορεί να συγκινεί περισσότερο από ένα ολοκαίνουριο, ακριβώς επειδή η αρχιτεκτονική του διασώζει ίχνη μιας άλλης εποχής. Κι ένα αντικείμενο που επισκευάστηκε, μεταποιήθηκε ή πέρασε από τα χέρια ενός άλλου ανθρώπου μπορεί να κρύβει μια ιστορία που κανένα προϊόν μαζικής παραγωγής δεν είναι σε θέση να αναπαράγει.
Ίσως η πιο ριζική οικολογική αλλαγή να μην είναι να μάθουμε να αγοράζουμε διαφορετικά, αλλά να αναρωτηθούμε γιατί έχουμε συνδέσει τόσο στενά την ομορφιά με την αντικατάσταση.
Όταν τα απορρίμματα αποκτούν δεύτερη ζωή
Το 2006, ο Βραζιλιάνος καλλιτέχνης Vik Muniz ξεκίνησε ένα έργο που θα τον έφερνε σε επαφή με τους ανθρώπους οι οποίοι εργάζονταν στον χώρο διάθεσης απορριμμάτων Jardim Gramacho, κοντά στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Μέσα από τη συνεργασία του με τους εργαζομένους στην ανακύκλωση, δημιούργησε μεγάλης κλίμακας πορτρέτα χρησιμοποιώντας ανακυκλώσιμα υλικά που συγκεντρώνονταν στον χώρο. Η διαδικασία μάλιστα καταγράφηκε στο ντοκιμαντέρ Waste Land (2010), σε σκηνοθεσία Lucy Walker, João Jardim και Karen Harley.
Τα υλικά που για πολλούς είχαν χάσει κάθε αξία έγιναν η πρώτη ύλη για έργα που παρουσιάστηκαν στον κόσμο της τέχνης. Μπουκάλια, πλαστικά, μεταλλικά αντικείμενα και άλλα απορρίμματα συντέθηκαν σε εικόνες που, από απόσταση, παρέπεμπαν σε κλασικά πορτρέτα. Όσο ο θεατής πλησίαζε, τόσο η αρχική εντύπωση άλλαζε: αυτό που έμοιαζε με μια συνηθισμένη εικόνα αποκαλυπτόταν ως ένα σύνθετο σύνολο υλικών που κάποιος είχε προηγουμένως απορρίψει.
Η δύναμη του έργου δεν περιορίζεται στην ιδέα της ανακύκλωσης. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει την εργασία και την αξιοπρέπεια ανθρώπων που συχνά παραμένουν αόρατοι πίσω από τα αντικείμενα που πετάμε. Τα απορρίμματα δεν εμφανίζονται ως ένα αφηρημένο περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά ως μέρος μιας κοινωνικής πραγματικότητας που συνδέει την κατανάλωση, την εργασία, την ανισότητα και την αξία που αποδίδουμε στα πράγματα.
Αυτό ακριβώς μπορεί να κάνει η τέχνη όταν συναντά την οικολογική σκέψη: να αλλάξει την απόσταση ανάμεσα σε εμάς και σε ό,τι θεωρούμε ασήμαντο.
Βέβαια, ένα έργο τέχνης από ανακυκλώσιμα υλικά δεν αρκεί από μόνο του για να καταστήσει μια παραγωγική διαδικασία βιώσιμη. Η ανακύκλωση δεν εξαφανίζει αυτομάτως το ενεργειακό κόστος, τις εκπομπές ή τις κοινωνικές επιπτώσεις της κατανάλωσης. Μας προσφέρει, όμως, μια διαφορετική αφετηρία: την ιδέα ότι η αξία ενός υλικού δεν εξαντλείται στη στιγμή που παύουμε να το χρειαζόμαστε.
Και αν αυτό ισχύει για τα απορρίμματα, γιατί να μην ισχύει και για τα ρούχα μας, τα έπιπλα, τα κτίρια και τις πόλεις μας;
Η φύση ως δημιουργός, όχι ως διακόσμηση
Για πολλούς καλλιτέχνες, η φύση δεν αποτελεί απλώς ένα όμορφο φόντο. Είναι το ίδιο το υλικό, η διαδικασία και ο συνομιλητής του έργου.
Ο Βρετανός καλλιτέχνης Andy Goldsworthy δημιουργεί έργα από φύλλα, κλαδιά, πέτρες, πάγο και άλλα φυσικά υλικά. Συχνά, οι δημιουργίες του είναι προσωρινές: μια σύνθεση από χρωματιστά φύλλα διαλύεται με τον άνεμο, ένας κύκλος από πέτρες χάνεται μέσα στο τοπίο, μια κατασκευή από πάγο μεταβάλλεται καθώς αλλάζει η θερμοκρασία. Η φωτογραφία διατηρεί το ίχνος του έργου, όχι όμως την ίδια την παρουσία του.
Σε μια εποχή που η αξία συνδέεται συχνά με τη διάρκεια, την ιδιοκτησία και την εμπορική αξιοποίηση, αυτή η προσέγγιση προτείνει κάτι διαφορετικό. Δεν είναι απαραίτητο να διατηρήσουμε τα πάντα για να αποκτήσουν αξία. Ορισμένες φορές, η ομορφιά βρίσκεται ακριβώς στην αποδοχή ότι τίποτα δεν παραμένει αμετάβλητο.
Η φύση, άλλωστε, δεν λειτουργεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ανθρώπινης τελειότητας. Ένα ξερό φύλλο δεν είναι αποτυχημένη εκδοχή ενός πράσινου φύλλου. Ένα πεσμένο δέντρο δεν είναι απλώς ένα εμπόδιο στην αισθητική του δάσους. Η αποσύνθεση, ο κύκλος των εποχών και η επιστροφή της οργανικής ύλης στο έδαφος αποτελούν μέρος της λειτουργίας των οικοσυστημάτων.
Η ανθρώπινη αισθητική, αντίθετα, έχει συχνά εξιδανικεύσει την ακινησία: τον τέλειο κήπο χωρίς ξερά φύλλα, το τοπίο χωρίς ίχνη ανθρώπινης παρέμβασης, το υλικό που δεν φθείρεται, το αντικείμενο που μοιάζει πάντοτε καινούργιο. Η οικολογική προσέγγιση δεν απαιτεί να εγκαταλείψουμε την αισθητική αρμονία. Μας καλεί να διευρύνουμε την αντίληψή μας για αυτήν, ώστε να συμπεριλάβουμε τη μεταβολή, την ατέλεια και τη φυσική διαδικασία.
Αυτό δεν σημαίνει πως κάθε έργο με φυσικά υλικά είναι αυτομάτως περιβαλλοντικά υπεύθυνο. Η συλλογή υλικών μπορεί να διαταράξει ευαίσθητα οικοσυστήματα, ενώ ακόμη και μια καλλιτεχνική παρέμβαση με καλές προθέσεις μπορεί να αφήσει ανεπιθύμητο αποτύπωμα. Η ουσία βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο δημιουργούμε: με σεβασμό στο τοπίο, επίγνωση των υλικών και αποφυγή της ιδέας ότι η φύση υπάρχει απλώς για να εξυπηρετεί τις ανθρώπινες επιθυμίες.
Ίσως, τελικά, το πιο όμορφο έργο να μην είναι εκείνο που επιβάλλεται στο περιβάλλον, αλλά εκείνο που γνωρίζει πότε να υποχωρήσει μπροστά του.
Μπορεί ένα κτίριο να είναι όμορφο χωρίς να καταναλώνει το μέλλον του;
Η ίδια συζήτηση μεταφέρεται από τις γκαλερί και τις πασαρέλες στις πόλεις. Η αρχιτεκτονική είναι μια μορφή τέχνης με υλικές συνέπειες που εκτείνονται πολύ πέρα από την εικόνα ενός κτιρίου. Ένα οικοδόμημα απαιτεί υλικά, ενέργεια, γη και υποδομές, ενώ η λειτουργία του μπορεί να συνεχίσει να καταναλώνει πόρους για δεκαετίες.
Το σκυρόδεμα, ο χάλυβας και το γυαλί έχουν διαμορφώσει την εικόνα της σύγχρονης πόλης, επιτρέποντας εντυπωσιακές κατασκευές και νέες αρχιτεκτονικές δυνατότητες. Ταυτόχρονα, η παραγωγή πολλών δομικών υλικών συνδέεται με σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Το τσιμέντο, για παράδειγμα, συμβάλλει στις παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα τόσο λόγω της απαιτούμενης ενέργειας όσο και εξαιτίας των χημικών διεργασιών παραγωγής του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η σύγχρονη αρχιτεκτονική πρέπει να επιστρέψει σε μια εξιδανικευμένη εκδοχή του παρελθόντος. Σημαίνει ότι ο σχεδιασμός μπορεί να αξιολογείται με περισσότερα κριτήρια από τη μορφή του.
Η ενεργειακή απόδοση, ο φυσικός φωτισμός, ο αερισμός, η επιλογή υλικών, η δυνατότητα επισκευής και η προσαρμογή ενός κτιρίου σε μελλοντικές χρήσεις αποτελούν μέρος της αρχιτεκτονικής του ποιότητας. Εξίσου σημαντική είναι η αξιοποίηση υφιστάμενων κτιρίων, όταν αυτό είναι τεχνικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά κατάλληλο, αντί της αυτόματης κατεδάφισης και αντικατάστασής τους.
Ένα παλιό κτίριο μπορεί να ανακαινιστεί και να αποκτήσει νέα ζωή. Ένα εγκαταλελειμμένο βιομηχανικό συγκρότημα μπορεί να μετατραπεί σε χώρο πολιτισμού. Μια αυλή μπορεί να γίνει πράσινος χώρος που προσφέρει σκιά, ενώ μια γειτονιά μπορεί να σχεδιαστεί έτσι ώστε οι άνθρωποι να περπατούν περισσότερο και να συναντιούνται συχνότερα.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η βιωσιμότητα δεν είναι ένα διακοσμητικό χαρακτηριστικό που προστίθεται στο τέλος του σχεδιασμού. Είναι μέρος της αρχικής ιδέας.
Και τότε η ομορφιά αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Δεν αφορά μόνο το πώς φαίνεται ένα κτίριο την ημέρα των εγκαινίων του, αλλά και το πώς λειτουργεί δέκα, είκοσι ή πενήντα χρόνια αργότερα. Δεν βρίσκεται μόνο στη γεωμετρία της πρόσοψης, αλλά και στη σκιά που προσφέρει, στους ανθρώπους που φιλοξενεί και στους πόρους που δεν χρειάζεται να καταναλώσει.
Μια πραγματικά ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική δεν σχεδιάζει μόνο για το βλέμμα του παρόντος. Αναλαμβάνει την ευθύνη για τη ζωή που θα συνεχιστεί μέσα και γύρω από αυτήν.
Όταν το πράσινο γίνεται απλώς μια ακόμη τάση
Υπάρχει, βέβαια, μια παγίδα σε αυτή τη συνάντηση τέχνης, αισθητικής και οικολογίας: η ίδια η βιωσιμότητα μπορεί να μετατραπεί σε προϊόν προς κατανάλωση.
Πράσινες συσκευασίες, φυσικές αποχρώσεις, φωτογραφίες με φυτά, λέξεις όπως «eco», «green» και «conscious» εμφανίζονται όλο και συχνότερα στην επικοινωνία των επιχειρήσεων. Η οικολογική αισθητική έχει γίνει αναγνωρίσιμη και εμπορικά ελκυστική. Όμως, η εικόνα ενός προϊόντος που παραπέμπει στη φύση δεν αποδεικνύει ότι το προϊόν είναι περιβαλλοντικά υπεύθυνο.
Ένα αντικείμενο σε καφέ χάρτινη συσκευασία δεν είναι αναγκαστικά πιο βιώσιμο από ένα άλλο. Ένα φόρεμα με την ένδειξη «conscious» δεν είναι από μόνο του εγγύηση χαμηλότερου περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Ένα κτίριο με φυτεμένο τοίχο δεν αντισταθμίζει αυτομάτως την υψηλή κατανάλωση ενέργειας ή τις επιπτώσεις των υλικών κατασκευής του.
Η ουσιαστική αξιολόγηση απαιτεί στοιχεία για τον κύκλο ζωής, τις πρώτες ύλες, την παραγωγή, τη μεταφορά, τη χρήση και το τέλος ζωής ενός προϊόντος. Απαιτεί, επίσης, διαφάνεια και προσοχή στους γενικούς περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς που χρησιμοποιούνται χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.
Εδώ η κριτική ματιά της τέχνης μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο. Μπορεί να αμφισβητήσει τις εικόνες που μας πείθουν χωρίς να μας ενημερώνουν, να αποκαλύψει όσα κρύβονται πίσω από την επιφάνεια και να μας κάνει να αναρωτηθούμε αν η φύση χρησιμοποιείται ως πραγματική αξία ή απλώς ως αισθητικό εργαλείο πώλησης.
Η οικολογική συνείδηση δεν χρειάζεται να έχει συγκεκριμένο χρώμα, συγκεκριμένο ύφος ή συγκεκριμένη συσκευασία. Δεν είναι μια νέα διακοσμητική τάση που θα αντικατασταθεί όταν εμφανιστεί η επόμενη. Είναι ένας τρόπος να εξετάζουμε τις συνέπειες των επιλογών μας, ακόμη κι όταν αυτές οι συνέπειες δεν είναι ορατές.
Μια διαφορετική αντίληψη για το όμορφο
Ίσως το ερώτημα «Μπορεί η ομορφιά της τέχνης να γίνει βιώσιμη;» να κρύβει μια λανθασμένη υπόθεση: ότι η ομορφιά αυτή και η βιωσιμότητα αποτελούν δύο αντίθετες επιδιώξεις, ανάμεσα στις οποίες πρέπει διαρκώς να επιλέγουμε.
Στην πραγματικότητα, η αντίθεση αυτή δεν είναι αναπόφευκτη. Η επισκευή μπορεί να διατηρήσει τη γοητεία ενός αντικειμένου. Η επαναχρησιμοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε νέες μορφές δημιουργίας. Η αρχιτεκτονική μπορεί να συνδυάσει την αισθητική με την εξοικονόμηση πόρων, ενώ η τέχνη μπορεί να αναδείξει την αξία υλικών που η καταναλωτική κουλτούρα έχει υποβαθμίσει.
Δεν χρειάζεται να πάψουμε να αγαπάμε τα όμορφα πράγματα. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε τι είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε για αυτά και αν η γοητεία τους αξίζει το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος που ενδέχεται να κρύβουν.
Μπορούμε να αρχίσουμε από απλές, καθημερινές επιλογές: να κρατήσουμε ένα αντικείμενο επειδή εξακολουθεί να μας εκφράζει, να επισκευάσουμε κάτι αντί να το αντικαταστήσουμε, να αναζητήσουμε την ιστορία πίσω από τα υλικά που αγοράζουμε, να προτιμήσουμε έναν χώρο που σέβεται το περιβάλλον του αντί για έναν χώρο που απλώς εντυπωσιάζει.
Αυτές οι επιλογές δεν λύνουν από μόνες τους τα συστημικά προβλήματα της παραγωγής και της κατανάλωσης. Η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφερθεί αποκλειστικά στον καταναλωτή, ούτε η ατομική συμπεριφορά να υποκαταστήσει την περιβαλλοντική πολιτική, τον υπεύθυνο σχεδιασμό και την αλλαγή των παραγωγικών μοντέλων. Μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης μεταβολής στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αξία.
Γιατί η ομορφιά δεν βρίσκεται μόνο σε αυτό που αποκτούμε. Βρίσκεται και σε αυτό που επιλέγουμε να διατηρήσουμε, σε ό,τι αρνούμαστε να σπαταλήσουμε, σε όσα επιτρέπουμε να συνεχίσουν να υπάρχουν.
Ίσως, λοιπόν, η βιώσιμη ομορφιά να μην είναι ένα καινούργιο στιλ, μια συλλογή από οικολογικά προϊόντα ή μια αρχιτεκτονική τάση με ημερομηνία λήξης. Ίσως να είναι η δυνατότητα να δημιουργούμε χωρίς να εξαντλούμε, να θαυμάζουμε χωρίς να καταστρέφουμε και να απολαμβάνουμε χωρίς να θεωρούμε πως κάθε επιθυμία μας δικαιολογεί ένα ακόμη αποτύπωμα στον πλανήτη.
Και ίσως, τελικά, το πιο «όμορφο» να μην είναι εκείνο που τραβά αμέσως το βλέμμα μας, αλλά εκείνο που εξακολουθεί να έχει αξία πολύ αφότου πάψουμε να το κοιτάζουμε.






Leave a Reply